Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας της Ρωσίας (FSB) ανακοίνωσε ότι απέτρεψε μια ιδιαίτερα φιλόδοξη επιχείρηση της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών (GUR), με τη συμμετοχή Βρετανών χειριστών, η οποία στόχευε στην αεροπειρατεία ενός μαχητικού αεροσκάφους MiG-31 οπλισμένου με υπερηχητικό πύραυλο Kinzhal.

Σύμφωνα με την εκδοχή της Μόσχας, η επιχείρηση στρατολόγησης Ρώσων πιλότων ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2024, μέσω εφαρμογών άμεσων μηνυμάτων και email. Άγνωστα άτομα, που φέρονται να συνδέονται με την ουκρανική υπηρεσία πληροφοριών, προσέγγισαν πιλότους της ρωσικής αεροπορίας και τους προσέφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά, μέχρι και 3 εκατομμύρια δολάρια, καθώς και υπηκοότητα δυτικής χώρας, εάν βοηθούσαν στην κλοπή ενός MiG-31 και τη διαφυγή του σε ΝΑΤΟϊκό έδαφος.

Οι Ρώσοι πιλότοι, πάντα σύμφωνα με την FSB, ενημέρωσαν άμεσα τις ρωσικές αρχές ασφαλείας για την απόπειρα στρατολόγησης. Από εκείνο το σημείο και μετά, οι επαφές με τον υποτιθέμενο στρατολογητή συνεχίστηκαν υπό τον έλεγχο της FSB, η οποία καταγράφει συνομιλίες, ανταλλαγές μηνυμάτων και υλικό που περιλαμβάνει βίντεο με δέσμες χρημάτων, τα οποία παρουσιάζονται τώρα ως στοιχεία της αποτυχημένης επιχείρησης.

Στο αφήγημα της Μόσχας, ο τελικός στόχος δεν ήταν απλώς η απόκτηση του αεροσκάφους, αλλά η δημιουργία μιας μεγάλης «προβοκάτσιας» σε βάρος της Ρωσίας. Το σχέδιο φέρεται να προέβλεπε πτήση του MiG-31, οπλισμένου με πύραυλο Kinzhal, προς τη Ρουμανία, με πιθανό ενδιάμεσο πέρασμα πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα, και τελικό προορισμό την αεροπορική βάση της Κωστάντζας, όπου το αεροσκάφος θα μπορούσε να καταρριφθεί από συστήματα αεράμυνας του ΝΑΤΟ. Με αυτόν τον τρόπο, μια επιχείρηση που θα είχε σχεδιαστεί από ουκρανικές και βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών, θα εμφανιζόταν διεθνώς ως ρωσική επίθεση εναντίον χώρας της Συμμαχίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ισχυρισμός της FSB ότι στην επιχείρηση στρατολόγησης χρησιμοποιήθηκε ως «βιτρίνα» ο διεθνής ερευνητικός οργανισμός Bellingcat. Ένα από τα πρόσωπα που επικοινώνησε με τους Ρώσους πιλότους φέρεται να συστήθηκε ως δημοσιογράφος ονόματι Sergei Lugovskoy, ο οποίος προσέφερε «συνέντευξη» ως πρώτο βήμα, πριν περάσει σε συζητήσεις για την αεροπειρατεία του αεροσκάφους. Η ρωσική πλευρά υποστηρίζει ότι αυτό αποδεικνύει πως ο οργανισμός χρησιμοποιείται ως εργαλείο κάλυψης επιχειρήσεων μυστικών υπηρεσιών, κάτι που το Bellingcat στο παρελθόν έχει αρνηθεί κατηγορηματικά, όταν είχε βρεθεί ξανά στο στόχαστρο παρόμοιων κατηγοριών.

Κατά την ίδια την FSB, η παράδοση του MiG-31 στην Ουκρανία είχε υποτίθεται προγραμματιστεί για τη νύχτα της 10ης Νοεμβρίου 2025. Η ρωσική πλευρά συνδέει το χρονοδιάγραμμα αυτό με μια σειρά επιθέσεων με πυραύλους Kinzhal που εξαπολύθηκαν τη νύχτα 9 προς 10 Νοεμβρίου, εναντίον του «κύριου κέντρου ηλεκτρονικών πληροφοριών» της ουκρανικής GUR στο Μπροβάρι, καθώς και της αεροπορικής βάσης Starokostiantyniv, από όπου –σύμφωνα με τους Ρώσους– θα υποστηριζόταν η επιχείρηση. Η συγκεκριμένη βάση έχει στο παρελθόν αποτελέσει στόχο ρωσικών χτυπημάτων, καθώς θεωρείται κεντρικός κόμβος υποστήριξης της ουκρανικής πολεμικής αεροπορίας.

Το MiG-31 είναι ένα βαρέως τύπου, υπερηχητικό αναχαιτιστικό αεροσκάφος μεγάλης εμβέλειας, σχεδιασμένο από τη σοβιετική εποχή για αποστολές σε μεγάλο ύψος και ταχύτητα. Σε ορισμένες εκδόσεις του (MiG-31K) λειτουργεί ως πλατφόρμα μεταφοράς του πυραύλου Kh-47M2 Kinzhal. Ο Kinzhal είναι αεροεκτοξευόμενος πύραυλος που η Ρωσία χαρακτηρίζει «υπερηχητικό», με πολύ υψηλές ταχύτητες και δυνατότητα ελιγμών, γεγονός που –σύμφωνα με τη Μόσχα– καθιστά δύσκολη την αναχαίτισή του. Μπορεί να φέρει συμβατική ή πυρηνική κεφαλή, και η χρήση του στον πόλεμο της Ουκρανίας έχει παρουσιαστεί από το Κρεμλίνο ως επίδειξη προηγμένης στρατηγικής ισχύος.

Η ιστορία αυτή δεν εμφανίζεται στο κενό. Το 2022-2023 είχε προηγηθεί μια άλλη μυστική επιχείρηση, από την ουκρανική πλευρά, με στόχο την παράδοση ρωσικού αεροσκάφους στην Ουκρανία, που τελικά κατέληξε σε ρωσικό βομβαρδισμό ουκρανικής αεροπορικής βάσης. Για την υπόθεση αυτή, ο πρώην αξιωματικός πληροφοριών Ρομάν Τσερβίνσκι βρέθηκε αντιμέτωπος με κατηγορίες από την ουκρανική υπηρεσία ασφαλείας SBU, καθώς φέρεται να ενήργησε χωρίς την έγκριση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, οδηγώντας σε σοβαρές απώλειες. Το επεισόδιο αυτό είχε επιβεβαιωθεί από την ουκρανική πλευρά ως πραγματικό, αν και παρουσιάστηκε ως «αυτοσχεδιασμός» και όχι ως επίσημη κρατική στρατηγική.

Στη νέα υπόθεση με το MiG-31, η FSB υποστηρίζει ότι η Ουκρανία, με βρετανική υποστήριξη, επανέλαβε το ίδιο «μοτίβο», προσπαθώντας να πείσει έναν Ρώσο πιλότο να παραδώσει το αεροσκάφος του, αυτή τη φορά με στόχο όχι μόνο την ενίσχυση της ουκρανικής αεροπορίας, αλλά και τη δημιουργία ενός θεαματικού επεισοδίου που θα έφερνε το ΝΑΤΟ ένα βήμα πιο κοντά σε άμεση αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Προς το παρόν, η ουκρανική κυβέρνηση δεν έχει επιβεβαιώσει ή σχολιάσει επίσημα τους ρωσικούς ισχυρισμούς, ενώ δυτικά μέσα ενημέρωσης σημειώνουν ότι δεν είναι σε θέση να επαληθεύσουν ανεξάρτητα τα στοιχεία που παρουσιάζει η FSB και τα ρωσικά κρατικά ΜΜΕ. Η υπόθεση παραμένει έτσι μέρος του σκιώδους πολέμου πληροφοριών που εξελίσσεται παράλληλα με τις μάχες στο μέτωπο: επιχειρήσεις στρατολόγησης, μυστικά σχέδια, επιχειρησιακά «παιχνίδια» διπλής μπλόφας και, πάνω από όλα, προσπάθεια διαμόρφωσης της διεθνούς κοινής γνώμης γύρω από το ποιος είναι ο επιτιθέμενος και ποιος ο αμυνόμενος σε αυτή τη σύγκρουση.

Subscribe
Notify of
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted
Inline Feedbacks
View all comments
0
Would love your thoughts, please comment.x
()
x